Κυριακή, 14 Ιουλίου 2019

"Αθιβολες"



Θυμάσαι που τραβήξαμε για την Ανατολή, μα ο δρόμος μας έβγαλε στην Δύση; – πόση απογοήτευση νιώσαμε όταν όλα γύρω μας έγιναν πιο σκοτεινά. Θυμάσαι που ορκιζόμασταν πως όλη η ζωή μας θα μοιάζει καλοκαίρι; -  λυπημένους και απογοητευμένους μας βρήκαν τα πρωτοβρόχια!


Θυμάσαι που τα τραγούδια μας έβγαιναν μέσα από την ψύχη μας,  δυνατά; - τώρα δεν τραγουδάμε πια κι αν τραγουδάμε, δεν γλεντάμε. Θυμάσαι που υμνούσαμε την ζωή, βράδυ, πρωί; - τώρα την ζωή την φοβόμαστε, αν δεν την καταριόμαστε κιόλας!

Θυμάσαι τότε που υπήρχε μια ηρεμία στις ζωές μας; - τώρα ένα αιώνιο λαχάνιασμα μας τρώει τις ζωές μας. Θυμάσαι που θέλαμε να ανέβουμε στην κατοικία των Θεών για να τους συναντήσουμε; - τώρα οδηγούμαστε προς τα κάτω, προς την Κόλαση, προς τους Διαβόλους μας!

Με μια πεσιμιστική διάθεση ξύπνησε σήμερα ο ερημίτης.  Να είναι άραγε από την ζέστη του καλοκαιριού, που δεν τον αφήνει να χαρεί την συντρόφια της σπηλιάς του; Ή είδε κάτι μέσα του που τον τρόμαξε;

Συνειδητοποίησε πως ενώ είχαμε φτάσει στον μέσον του καλοκαιριού αυτός  δεν έχει μαζέψει ακόμα ξύλα για τον χειμώνα. «περίεργο σκέφτηκε, ή γερνάω ή βαριέμαι - και τα δυο επικίνδυνα για ερημίτες…»

Κίνησε για να πάει βαθιά μέσα στο δάσος για να βρει την χαμένη του διάθεση – είχε καταλάβει με τα χρόνια πως είναι δύσκολο να παραμείνει ερημίτης – μα δεν ήξερε και άλλον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ζωή του.

Οι κομπάρσοι και οι παλιάτσοι ήταν ένας ακόμα λόγος για να πάρει τα βουνά. Μα είναι δυνατόν ολόκληρο αυτό το δημιούργημα να φτιάχτηκε γι αυτούς;







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου