"βρίζοντας την βροχή"



Αυτό που ζούμε στις μέρες μας είναι πόλεμος χαρακωμάτων. Ένα κολαστήριο η γη, από ανθρώπους πεινασμένους, φοβισμένους και αρκετούς από αυτούς παρατημένους – τι να περιμένουν οι φτωχοί;

Η Άνοιξη πάει καιρός που δεν περνάει από τα μέρη μας πια. Και αν περάσει και σταματήσει για λίγο δεν την γνωρίζουμε και αυτή ούτε που μας γρικάει. Ένα μονότονο καλοκαίρι κατάντησε η ζωή μας και πουθενά δροσιά.

Όταν έκοψαν τα δέντρα που μας έδιναν την σκιά τους, ήμασταν απασχολημένοι ή αδιάφοροι. Όταν δηλητηρίαζαν τις πήγες, εμείς αποστρέψαμε το βλέμμα αλλού. Πιστέψαμε πως ένα μόνιμο καλοκαίρι θα υπάρχει και στην «γη των Μακάρων».

Μα διαψευστήκαμε – όλα τα πράγματα καταντούν κουραστικά και βαρετά, όταν δεν υπάρχει απέναντι τους κάτι σαν απέναντι δέος. Αναπολούμε τους άγριους Χειμώνες, μα είναι καιρός που και αυτοί μας γύρισαν την πλάτη.

Η ραστώνη του καλοκαιριού μας έκανε μαλθακούς και τώρα που βλέπουμε τον κίνδυνο που έρχεται, δεν μπορούσε να κάνουμε τίποτε για να τον αποφύγουμε. Οι χοντρές κοιλιές πότε δεν ήταν για τους πολεμιστές…

Τρώμε όχι για την επιβίωση, αλλά για την διασκέδαση και είμαστε συνεχώς νηστικοί. Μετατρέψαμε τη ζωή μας σε ένα άλογο πάρτι μασκαράδων , αλλά η ψύχη μας δεν γέλασε πότε.

Η άτιμη ψυχή μας πάντα έμενε ασυγκίνητη από εφήμερες απολαύσεις, πάντα αποζητούσε το κάτι παραπάνω για να είναι γεμάτη – μα εμείς θυσιάσαμε και την ευδαιμονία της ψυχής για το εφήμερο καλοκαίρι.

Σωτηρία της ψυχής, δεν ζήτησαν ποτέ οι συνειδητοποιημένοι - χαμένοι. Τι αξία έχει η σωτηρία της ψυχής, όταν δεν μπορείς με αυτήν να αγοράσεις τίποτε, στο μεγάλο παζάρι του κόσμου ετούτου.

Εκεί που όλα αγοράζονται και όλα πουλιούνται – χωρίς ενοχές, χωρίς ντροπές. Και όσο μεγαλώνει η φτώχια μας, όλο και σπρωχνόμαστε για να πάρουμε θέση, στον κόσμο των αγορών. Έναν κόσμο που δεν έχει καμιά θέση ο πολεμιστής, αλλά μπορεί άνετα να λατρεύεται και να καθοδηγεί ο ληστής.

Οι κλεφταράδες μας κουνούν το δάκτυλο, μα εμείς τους ανεχόμαστε γιατί δεν μπορούμε πια να διανοηθούμε πως υπάρχει και άλλος δρόμος, μακριά από τα μονότονα καλοκαίρια.

Οι ψευταράδες μας φλομώνουν με ένα σωρό ψέματα και εμείς καθόμαστε και τους ακούμε, γιατί δεν αντέχουμε την αλήθεια πια. Πολλές φόρες οι αλήθεια πονάει, μα είναι αναγκαίος αυτός ο πόνος για να πας παρακάτω.

Με γέλωτες και χάχανα δεν πας πουθενά, μένεις στάσιμος. Είναι τόσο κοντά η στασιμότητα με την μετριότητα…

Μια βροχή ήρθε για να μας θυμίσει πως δεν πρέπει να ζούμε την ζωή μας σαν, σε ένα αιώνιο και βαρετό καλοκαίρι. Μα εμείς βρίζουμε και καταριόμαστε τον κακό μας τον καιρό και την συμφορά που μας βρήκε.

Δεν μας ξεπλένει αυτή η βροχή, μα ούτε και αποτολμάμε να βγούμε έξω να βραχούμε, να δροσιστούμε.

Και όταν περάσει η βροχή θα βγούμε έξω και θα γυρνούμε ιδρωμένοι κα λαχανιασμένοι. Το τίμημα που πληρώνουμε για την θαλπωρή και την ζεστασιά του καλοκαιρού που διαλέξαμε χωρίς σκέψη, χωρίς ντροπή…

















Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

"χαμένος στην ομίχλη"