"χαμένος στην ομίχλη"



Ήταν τον πρώτο καιρό που είχε ανέβει δω πάνω στα βουνά ο ερημίτης, όταν ένα πρωινό αποφάσισε να πάει να εξερευνήσει το μεγάλο δάσος. Σηκώθηκε αχάραγα και όταν οι πρώτες ακτίνες του ηλίου έκαναν την εμφάνιση τους, αυτός έμπαινε στο δάσος.  

Αυτή η γαλήνη που ένιωσε όταν έκανε τα πρώτα βήματα, μέσα στα πελώρια δέντρα ήταν μοναδική. Το φως περνούσε με δυσκολία, μέσα από τις πυκνές φυλλωσιές των δέντρων, αλλά η ψύχη του είχε φωτιστεί. Τα βήματα του ήταν αργά, ήρεμα, ήθελε να χορτάσει το βλέμμα του, μα και η ψύχη του αυτό το μεγαλείο της φύσης.

Ξάφνου βρέθηκε μπροστά σε μια πηγή. Ο ήχος του νερού που κυλούσε ήταν σαν χάδι ψιθυριστό στα αυτιά του, πρόσεξε καλύτερα και από πάνω από την πηγή στον βράχο σκαλισμένο κάτι έγραφε, πλησίασε και διέκρινε τα παρακάτω λόγια–« οδοιπόρε, αν δεν διψάς πολύ, μην πιεις νερό από την πηγή. Στο δάσος σαν θα μπεις, να ξέρεις θα χαθείς»

«ρε τον κανάγια, σκέφτηκε, τι έγραψε για να μπερδεύει τους περιπλανώμενους οδοιπόρους;» και έσκυψε πήρε νερό από την πηγή και έπλυνε το πρόσωπο του, ήπιε και λίγο, αλλά ήταν αλήθεια πως δεν διψούσε και πολύ.

Συνέχισε να περιπλανιέται στο δάσος ώσπου κάποια στιγμή η ανάσα του έγινε βαριά και οι σκέψεις του μπερδεμένες. Ο ήλιος είχε χαθεί και μια ομίχλη έκανε την εμφάνιση της.

Η ομίχλη γίνονταν όλο και πιο πυκνή και ο ερημίτης ένιωθε πως έχανε τον προορισμό του και το μυαλό του, είχε ξεχάσει την σπηλιά του, τον προορισμό του, γυρνούσε σαν χαμένος μέσα στο δάσος για ώρες.

Φωνές σαν στριγκλιές αντηχούσαν στα αυτιά του «χάθηκες ερημίτη, γιατί ήσουν ήδη χαμένος. Πως ζητάς να βγεις από το δάσος, αφού τα πόδια σου δεν είναι για τέτοιες διαδρομές;»

Με αυτά στα αυτιά του και με ένα μπέρδεμα στο κεφάλι του, συνέχιζε ενώ δεν ήξερε πια που πηγαίνει. Η ομίχλη εκεί, πυκνή να το δυσκολεύει στο να βρει τον δρόμο του…

Οι μέρες περνούσαν και αυτός πεινασμένος, διψασμένος και χαμένος μέσα σε μια ομίχλη που δεν έλεγε να φύγει.

Ώσπου μια στιγμή κάτι ένοιωσε στο πόδι του και αφόρητοι πόνοι τον κυρίευαν. Με δυσκολία κατάφερε μέσα στην ομίχλη, να διακρίνει ένα φίδι που χώθηκε σε κάτι θάμνους.

Ξάπλωσε κάτω από τους πόνους, -« να είναι άραγε αυτό τέλος του ερημίτη, από το δάγκωμα του φιδιού;» μονολόγησε δυνατά.

Σταγόνες βροχής ένιωσε στο πρόσωπο του και για δες η ομίχλη άρχισε να διαλύεται. Τα αυτιά άκουγαν τώρα την βροχή που έπεφτε στα φύλλα των δέντρων και όχι φωνές και στριγκλιές και το μπέρδεμα στο μυαλό του έφευγε και αυτό όπως η βροχή.

Του φάνηκε πως μέσα από τους θάμνους είδε το φίδι να του χαμογελάει. Η ομίχλη είχε πια διαλυθεί τελείως, αυτός θυμήθηκε την πηγή, την σπηλιά και πήρε τον δρόμο του γυρισμού.

Χαμογέλασε και φώναξε δυνατά «η αναγκαιότητα του πόνου», ενώ η βροχή έπεφτε ακόμα πιο δυνατά…






Σχόλια

  1. I dropped down in the witchwood
    To see what I could find
    The trees had taken time out
    To blow away my mind
    All that I could hear there
    Was the sound of my own voice
    But the music it was making
    Was nothing of my choice.

    The interwoven branches
    Were laden deep with snow
    A rainbow shone so softly
    To show which way to go
    I observed its many colours
    Till my eyes were rimmed with frost
    I tried hard to trace my footsteps
    For I feared I might get lost.

    The witchwood started singing
    With a strange unearthly sound
    My fingers grew like branches
    I stood rooted to the ground
    And the spell is still unbroken
    I am still her bidden slave
    Till a casket from the witchwood
    Bears my body to the grave.

    https://www.youtube.com/watch?v=8XlT1jlD-xU

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. “Για μένα τα δέντρα υπήρξαν πάντα οι πιο διεισδυτικοί ιεροκήρυκες. Τα σέβομαι όταν ζουν σε οικογένειες και φυλές, σε δάση και άλση. Και ακόμη περισσότερο τα σέβομαι όταν στέκονται μόνα τους.

    Είναι σαν τα μοναχικά άτομα. Όχι σαν τους ερημίτες που έχουν αποσυρθεί μακριά για να κρύψουν κάποια αδυναμία τους , αλλά σαν τα υπέροχα μοναχικά άτομα, όπως ήταν ο Μπετόβεν και ο Νίτσε.

    Στα ψηλά κλαδιά τους θροΐζει ο κόσμος, ενώ οι ρίζες τους αναπαύονται στο άπειρο. Όμως δεν χάνουν τον εαυτό τους, παλεύουν με όλη τους τη δύναμη για ένα και μόνο πράγμα: να εκπληρώσουν τις ανάγκες τους σύμφωνα με τους δικούς τους νόμους, να δημιουργήσουν το δικό τους σχηματισμό, να εκπροσωπήσουν τους εαυτούς τους.

    Τίποτα δεν είναι πιο ιερό, τίποτα δεν είναι πιο υποδειγματικό από ένα όμορφο και δυνατό δέντρο. Όταν ένα δέντρο κόβεται και αποκαλύπτεται η θανατηφόρος πληγή του, μπορεί κανείς να διαβάσει όλη την ιστορία του στο φωτεινό δίσκο του κορμού του: στα δαχτυλίδια του φαίνονται τα χρόνια του, ενώ στα σημάδια του φαίνονται ο αγώνας, τα δεινά , όλες οι ασθένειες, η ευτυχία και η ευημερία, τα δύσκολα χρόνια αλλά και τα ωραία, οι επιθέσεις που άντεξε, οι καταιγίδες που έχει υπομείνει.

    Και κάθε νέο παιδί του χωριού σίγουρα γνωρίζει ότι το σκληρότερο και το πιο ευγενές ξύλο είναι αυτό που έχει στενότερα δαχτυλίδια, κι ότι εκεί ψηλά στα βουνά και μέσα στο συνεχή κίνδυνο αναπτύσσεται το πιο άφθαρτο, το ισχυρότερο, το ιδανικό δέντρο.

    Τα δέντρα είναι ιερά. Όποιος ξέρει πώς να μιλήσει μαζί τους, όποιος ξέρει πώς να τα ακούσει, μαθαίνει την αλήθεια. Δεν κηρύττουν μάθηση και παραινέσεις, κηρύττουν τον αρχαίο νόμο της ζωής.

    To δέντρο λέει: Ένας πυρήνας είναι κρυμμένος μέσα μου, μια σπίθα, μια σκέψη, είμαι ζωή από την αιώνια ζωή. Μοναδικά είναι η μορφή και οι φλέβες του δέρματος μου, το μικρότερο φύλλο στα κλαδιά μου, αλλά και η μικρότερη ουλή στο φλοιό μου. Έγινα για να σχηματοποιήσω και να αποκαλύψω την αιωνιότητα στη μικρότερη μου λεπτομέρεια.’

    To δέντρο λέει: Η δύναμή μου είναι η εμπιστοσύνη. Δεν ξέρω τίποτα για τον πατέρα μου, δεν ξέρω τίποτα για τα χιλιάδες παιδιά που κάθε άνοιξη σπέρνονται από μένα. Ζω μέχρι τέλος για το μυστικό του σπόρου μου, και δεν με νοιάζει για τίποτα άλλο. Πιστεύω ότι ο Θεός είναι μέσα μου. Πιστεύω ότι η εργασία μου είναι ιερή. Μ αυτή την αλήθεια ζω.’

    Όταν απογοητευόμαστε και δεν μπορούμε να αντέξουμε τη ζωή μας, τότε το δέντρο έχει κάτι να μας πει: Σταθείτε! Σταθείτε! Κοιτάξτε εμένα! Η ζωή δεν είναι εύκολη, η ζωή δεν είναι δύσκολη. Αυτές είναι παιδαριώδεις σκέψεις. . . . Το σπίτι δεν είναι ούτε εδώ ούτε εκεί. Το σπίτι είναι μέσα σας, αλλιώς δεν είναι πουθενά.

    Ενώ τα δέντρα θροΐζουν το βράδυ, ενώ είμαστε ανήσυχοι μέσα στις δικές μας παιδαριώδεις σκέψεις: Τα δέντρα έχουν μακρές σκέψεις, μεγάλες και ξεκούραστες αναπνοές, όπως έχουν και μεγαλύτερη διάρκεια ζωής από τις δικές μας.

    Όσο εμείς δεν τα ακούμε, παραμένουν σοφότερα από εμάς. Αλλά όταν μάθουμε πώς να ακούμε τα δέντρα, η στενότητα η ταχύτητα και η παιδική βιασύνη των σκέψεών μας, θα αντικατασταθούν από ανείπωτη χαρά. Όποιος έχει μάθει πώς να ακούει τα δέντρα δεν θέλει πλέον να είναι ένα δέντρο. Δεν θέλει να είναι τίποτα εκτός από αυτό που είναι.”

    Ερμαν Εσσε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

"ο ερημίτης και ο άλλος"