Τετάρτη 31 Ιανουαρίου 2018

"Ο παράξενος πειρατής"


Στα χρόνια τα παλιά, σε μέρη μακρινά ζούσε ένας παράξενος πειρατής. Δεν ήταν ο κλήρος του να αγριεύει και να κουρσεύει, αλλά κάποτε πριν χρόνια, σήκωσε τα μάτια του πολύ ψηλά και ενόχλησε πολλούς  – έφυγε μια νύχτα και γύρεψε στην θάλασσα παρηγοριά.

Γιος σιδερά, που μεγάλωσε δίπλα στην θάλασσα  – να δίνει μορφή στο πυρωμένο σίδερο, το έμαθε από μικρός και μαζί με την θάλασσα, που την κοιτούσε και τις μιλούσε, ήταν οι δυο του μεγάλες αγάπες. Όταν δεν βρίσκονταν στο σιδηρουργείο του πατέρα του, κάθονταν με τις ώρες στην παράλια και κοιτούσε την θάλασσα…

Ήθελε να κάνει ταξίδια μακρινά, άλλα δεν μπορούσε να αφήσει εύκολα το σφυρί και το αμόνι. Είχε γεράσει και ο πατέρας του και δεν μπορούσε να κτυπάει πια με δύναμη το πυρωμένο σίδερο. Αλλά του είχε μάθει τη τέχνη καλά - «να χτυπάς με την ψυχή σου, για να έχει κάτι από σένα το δημιούργημα σου.»

Η κατάσταση στην παραθαλάσσια πολιτεία  δεν άλλαζε, όπως δεν αλλάζουν εύκολα οι εποχές – μονάχα οι άνθρωποι αλλάζουν. Άλλοι αποδέχονται τις αλλαγές και προχωράνε και άλλοι μένουν να παλεύουν με αυτές.

Ήταν μια εποχή που ο άνθρωπος άρχιζε να εξερευνεί την θάλασσα. Άνοιγε καινούριους δρόμους – έψαχνε νέους κόσμους. Στην αρχή από ανθρώπους ανήσυχους, λοξούς, που δεν έβλεπαν πουθενά σύνορα και αποζητούσαν την περιπέτεια.

Είναι αυτοί οι άνθρωποι που πάντα θέλουν να πάνε τον κόσμο ένα βήμα πιο μπροστά και στην αρχή χλευάζονται και λοιδορούνται. Υπάρχει μια σπίθα στην καρδία τους και μια μικρή τρέλα στα μάτια τους. Δεν σταματούν – μονάχα προχωρούν. Τι τους νοιάζει αν για κάποιους μοιάζουν γραφικοί;

Αλλά η θάλασσα είναι συναρπαστική και επικίνδυνη συνάμα. Δεν υπάρχουν σίγουρα μονοπάτια εκεί, περνάς από τους δρόμους της, την μια μέρα εύκολα, ήρεμα, μα την άλλη έρχεσαι αντιμέτωπος με τα μανιασμένα της κύματα, που σε στέλνουν πολλές φορές στο βυθό.

Η πειρατεία που σε εκείνους τους παλιούς καιρούς, ήταν συνυφασμένη με την παρανομία, έκανε την θάλασσα ακόμα πιο επικίνδυνη. Το εμπορικά πλοία γίνονταν στόχος των πειρατικών καραβιών – ρεσάλτο για τα λάφυρα, βουτηγμένα στο αίμα.

Μια μέρα – μια σημαδιακά μέρα πέρασε μπροστά από το σιδηρουργείο η πριγκίπισσα. Ένα κορίτσι όμορφο, ζωντανό, πάνω στον ανθό της. Τα γέλια και οι φωνές της κουστωδίας της, τράβηξαν την προσοχή του. Παράτησε το σφυρί διπλά στο αμόνι, έχωσε πάλι το σίδερο στη φωτιά και βγήκε έξω να δει, τι είναι αυτές οι χαρούμενες φωνές και τα δυνατά γέλια.

Τότε την αντίκρισε και τα μάτια του καρφώθηκαν πάνω της. «Μια θεϊκή ομορφιά σκέφτηκε τι να γυρεύει στους απαίσιους και λερούς δρόμους μας; Και πόσο διαφορετική μοιάζει από όλα τα άλλα τα κορίτσια; Ακόμα και το γέλιο της μοιάζει πικρό, σαν κάτι να την βασανίζει…»

Η πριγκίπισσα μεγάλωσε μέσα στα πλούτη και τις ανέσεις, αλλά πάντα είχε ένα μικρό παράπονο στο βλέμμα της. Ίσως να είναι αυτό που λένε, πως ο άνθρωπος χρειάζεται μερικές φόρες, να κόψει και αυτός ένα λουλούδι και ας πληγωθεί από τα αγκάθια του  – τι σημασία έχει να το βλέπει κάθε μέρα στο βάζο του;

Ήταν οι εποχές που οι άνθρωποι δεν μπορούσαν εύκολα να φτάσουν ψηλά – ακόμα και τα βλέμματα πολλές φορές έπρεπε να είναι κατεβασμένα. Ακόμα και αν τα σήκωνες, για λίγο θα έπρεπε να τα τραβήξεις μακριά, άμα κοιτούσες κάτι απαγορευμένο.

Ο καιρός πέρασε ο ήρωας μας,  συνέχισε να σφυροκοπεί τα σίδερα με ορμή και να σκέπτεται μανιασμένα κύματα, αλλά σιγά σιγά στο μυαλό του έμπαινε και μια τρίτη σκέψη, Η πριγκίπισσα συνέχισε να ζει, σε έναν κόσμο γεμάτο πολυτέλεια, αλλά που την άγγιζε μονάχα εξωτερικά.

Είχαν περάσει δέκα χρόνια από τότε, που έφυγε κυνηγημένος από τον τόπο του – ο γιος του σιδερά είχε γίνει ένας τρανός πειρατής – με πολλούς θρύλους να ακούγονταν γι αυτόν. Σπάνια έπαιρνε λάφυρα και ακόμα πιο σπάνια άφηνε νεκρούς πίσω του.

Μα πάντα άφηνε το σημάδι του - ένα Ε κεφάλαιο στην πλώρη κάθε πλοίου που κούρσευε. Να ήταν άραγε από εκδίκηση; ή απλά άφηνε το όνομα του πλοίου του, που το είχε βαφτίσει «η εκδίκηση;»

Με την σκέψη του να τρέχει στα παλιά, οδηγούσε τώρα το πλοίο του, σε έναν ακόμα στόχο…

ΣΥΝΕΧΊΖΕΤΕ…   














Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου