"ο παλιάτσος"


Για κοίτα εκεί κάτω ερημίτη – τι γίνεται; Θα μου πεις αυτά έβλεπες, γι αυτό ήρθες δω πάνω. Καλύτερα μονάχος είπες, παρά στο πανηγύρι των τρελών να κάνω τον παλιάτσο…

Παλιάτσοι, ένα σωρό εκεί κάτω. Οι καημένοι, πιστεύουν πως φορώντας ακριβά κουστουμιά, θα ξεφύγουν από την παλιατσοσύνη τους - και για δες τους, έγιναν πιο παλιάτσοι από τους παλιάτσους.

Μα αυτό που δεν παλεύεται, είναι να έχουν ακόλουθους οι παλιάτσοι. Τους σέρνουν από την μύτη σε μια ζωή πλαστική, σε μια ζωή μικρή, τιποτένια – εκεί που ο άνθρωπος από πρωταγωνιστής, γίνεται παλιάτσος.

Μακριά από τους παλιάτσους, το λουλούδι άνθρωπος ανθεί – μα εκεί κάτω ο παλιάτσος, έγινε συνώνυμο κάθε αλλαγής, κάθε νέας ιδέας. Μια νέα αρρώστια κυριαρχεί εκεί κάτω, που όμως οι παλιάτσοι θέλουν να την περάσουν, σαν την υπέρτατη υγεία.

Διαχρονικές αξίες πρέπει να ριχτούν στην πυρά – πρέπει να γίνουν θυσία, στον νέο θεό – τον παλιάτσο…

Οι σπηλιές φαντάζουν τώρα πιο μακρινές, γιατί ο άνθρωπος δεν έχει καθόλου χρόνο, για τον εαυτό του. Ούτε μονάζουν - μήτε μονιάζουν. Όλα γίνονται στο πόδι και δεν βρίσκεται ένα πόδι, που θα τράβηξε μια κλωτσιά σε αυτούς και στα καλούδια τους…

Ο αγώνας για πιότερα φανταχτερά καλούδια είναι η κύρια αιτία, που εκεί κάτω βασιλεύουν οι παλιάτσοι. Ένας αγώνας, που δεν μπορεί να υπάρχουν νικητές – πρέπει να είναι όλοι χαμένοι. Πρέπει όλοι να ζουν,  κάτω από την φοβερή σκιά του παλιάτσου…

Μια σκιά που πέφτει βαριά πάνω από τις ανθρώπινες πολιτείες, αλλά κανείς δεν ενοχλείτε που δεν βλέπει καθαρά πια τον Ήλιο.

«Τα φωτεινά πρέπει να σβηστούν και να ρίξουμε φως στις σκιές και στις καταχνιές» - να τι πρεσβεύουν οι παλιάτσοι και κανείς δεν δείχνει να ενοχλείτε από το ψεύτικο φως.

«Τι μας νοιάζει; Τους ακούς να λεν σιγά τις νύχτες – όλα μπορεί να χαθούν; Να γκρεμιστούν; - Εμείς να έχουμε τα καλούδια μας στο τραπέζι μας, στην κοιλιά μας και μια θεσούλα στο πανηγύρι των τρελών, έστω και στο τέλος.»

Κάνουν μικρές νηστείες και ψεύτικες προσευχές, γιατί έπαψαν να πιστεύουν σε θεούς. Γενικά ότι εναντιώνεται στην κοιλιά τους το θεωρούν ξένο και εύκολα φτάνουν στον φόνο αν κάποιος τους αποκαλέσει κοιλιόδουλους.

Φωνάζουν, γαυγίζουν, αλλά ποτέ δεν δαγκώνουν το χέρι που τους ταΐζει. Ακόμα και αν είναι χέρι παλιάτσου – αυτοί κάνουν πως δεν το βλέπουν…

Πιστεύουν στην ελευθερία και στην δημοκρατία, αλλά αν τους ρωτήσεις - τι είναι ελευθερία; - τι είναι δημοκρατία; Γίνεσαι εύκολα εχθρός τους. Θέλουν να σκέπτονται όσο γίνεται λιγότερο, αλλά να τρώνε περισσότερο.

Το ότι παλιά δεν θεωρούνταν τιμή, να πεθαίνεις σκασμένος από το πολύ φαί, δεν μοιάζει να τους απασχολεί και πολύ. –«μια ζωή την έχουμε φωνάζουν και χαϊδεύουν τις χοντρές κοιλίες τους…»

Βλέπω όμως τον ερημίτη, σιμά στην φωτιά με ψωμί και ελιά, να ταξιδεύει στα παλιά. Η ελπίδα για τον άνθρωπο είναι οι ερημίτες και όχι οι παλιάτσοι – είναι οι σπηλιές και όχι οι θεατρινίστικες σκηνές…

Υ.Γ. Υπάρχει μια διέξοδος; 























Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

"χαμένος στην ομίχλη"