"Οι βολεμένοι"



Υπάρχει τόση αρρώστια στο βόλεμα του ανθρώπου, που πολλοί για να το καμουφλάρουν ντύνονται με προβιές. Τομάρια γίνονται, μην κοροϊδευόμαστε. Γιατί για να βολευτείς εσύ, κάποιον θα ξεβολέψεις.

Οι καθωσπρέπει πάντα πιάνουν τις καλύτερες καρέκλες. Οι ατσαλάκωτοι επίσης. Και έχουν πάντα ένα ηλίθιο χαμόγελο, όταν προσπαθούν να σε πείσουν για την ξευτίλα τους... «Μα και τι να κάνουμε; Δεν βλέπεις γύρω σου τι συμβαίνει;»

Άμα είναι και σπουδαγμένοι, τότε έχουν και άλλον έναν λόγο να θεωρούν την καρέκλα θέσφατο – σαν κάτι που τους ανήκει δικαιωματικά, σαν κάτι που φτιάχτηκε μονάχα για αυτούς. Γεμίσαμε πτυχία βολέματος, γεμίσαμε πτυχία για μια θεσούλα.

Και πάντα θα λειτουργούν σαν μαριονέτες για να ευχαριστήσουν αυτούς που τους τοποθέτησαν σε αυτήν την καρέκλα. Ένα φαύλος κύκλος ποταπός δημιουργήθηκε εδώ...

Δεν ξέρω αν θα καταστραφεί ο κόσμος από τους βολεμένους, αλλά σίγουρα δεν θα αλλάξει στο ελάχιστο. Περνούν καλά μέσα στη μιζέρια τους, νομίζουν πως ευωδιάζουν όλα γύρω τους, ενώ ζουν σε έναν σκατένιο μικρόκοσμο.

Ακόμα και η διασκέδασή τους είναι βολεμένη, περιορισμένη. Συνήθως τρώνε του σκασμού και τρέχουν να πέσουν πάλι στα κρεβάτια τους. Το πρωί ξυπνάνε για να ξυπνάνε και το βράδυ κοιμούνται για να κοιμούνται – δεν έχουν ακούσει τίποτα για τα όνειρα της ημέρας και της νύχτας.

Μισούν τους ονειροπόλους και τους αναθεωρητές, τους απροσκύνητους, αλλά πιο πολύ μισούν τους εαυτούς τους - φροντίζουν όμως να μην το δείχνουν. Ξέρουν πως ο άνθρωπος δεν ήρθε στη γη για να σώσει μόνο το τομάρι του, αλλά έχουν βαριά χαλιά για να κρύβουν καλά κάτι τέτοια.

Δικαιοσύνη, ανθρωπιά, αξιοκρατία ηχούν παράξενα στ' αυτιά τους και δεν τις προφέρουν ποτέ, αν είναι να χάσουν τη βόλεψή τους, την καρέκλα τους. «Τι με νοιάζει εμένα ο κόσμος και αν καεί; Τι μπορώ να κάνω εγώ;» Αυτά τους ακούς να λένε χωρίς ντροπή.

Ψηφίζουν πάντα αυτούς που τάζουν τα πιο πολλά, ακόμα και όταν ξέρουν πως δεν είναι εφαρμόσιμα. Γίνονται χειροκροτητές, φωνασκούν πολύ και μιλούν λίγο. Κλείνουν τ' αυτιά τους σε οτιδήποτε μπορεί να τους θυμίσει τη μιζέρια τους.

Θέλουν όλοι να γίνουν έτσι για να μην νοιώθουν ενοχές, πολεμούν με λύσσα για να γίνει ο κόσμος ένα απέραντο βόλεμα. Δεν τους νοιάζει πως αυτό δεν νοείται ζωή, καρφί δεν τους καίγεται γι' αυτούς που θα ασφυκτιούν εκεί και θα πνίγονται. Τους νοιάζει μόνο η καρέκλα τους, τον τομάρι τους αυτούς τους τομαριστές.

Συγχωρέστε με για τον πένθιμο πρωινό τόνο, αλλά είδα ένα όνειρο χθες το βράδυ, άσχημο, κακό. Έβρεχε πολύ δυνατά με αστραπές και βροντές και υπήρχαν παντού τέντες και ομπρέλες. Τις είχαν πιάσει, όπως πάντα, οι πρόθυμοι και ήταν παιδάκια αφημένα στη βροχή μούσκεμα. Κρύωναν, έκλαιγαν κι ένας πούστης δεν έκανε τον κώλο του παραπέρα να μπει ένα παιδάκι να μην βρέχεται.

Ξύπνησα, ιδρωμένος και αγανακτισμένος. «Μα τι διάολο», σκέφτηκα, «δεν θα κάνουμε τίποτα να μην στέκουν τα παιδάκια στη βροχή; Δεν ήρθε η ώρα να παραδοθούν οι καρέκλες στην πύρα για να ζεσταθούν αυτά τα παιδάκια; Δεν πρέπει εμείς που πιστεύουμε πως για τα παιδικά χαμογέλα δημιουργήθηκε η ζωή να κάνουμε κάτι;»



Διαβάστε ακόμα"Ο πόλεμος της φέτας" 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

"χαμένος στην ομίχλη"

"ο ερημίτης και ο άλλος"