Καθημερινές ιστορίες"


Στο καφενείο «Το Μαύρο Χάλι» έπινε τον καφέ του ο Παναγής εδώ και καμπόσα χρόνια που πήρε μια σύνταξη. Είχε μοχθήσει πολύ για χρόνια και ήταν σεκλετισμένος που έβλεπε την σύνταξη όλο και να ψαλιδίζεται. Σκέτο φαρμάκι τον έπινε τον καφέ από πάντα, μα τώρα νόμιζε πως ταίριαζε και με την περίσταση.

Μοναχικός ο Παναγής από γεννησιμιού του, άραζε σε κάνα απόμερο τραπέζι και απέφευγε τα πολλά πολλά. Έστριβε και κάνα δυο τσιγάρα, είχε και έναν παλιόβηχα που μάλλον τον είχε κληρονομήσει από δαύτα, αλλά δεν του είχε περάσει ποτέ από τα μυαλό να τα κόψει.

Είναι να μην τον μάθεις τον διάβολο, έλεγε, άπαξ και τον μάθεις δεν γυρνάς εύκολα στου Θεού τα μονοπάτια. Άναψε το πρώτο για σήμερα και τράβηξε μια γερή τζούρα από τον καφέ του. Το άτιμο το μυαλό του πήγαινε συνέχεια πίσω. Ίσως να έφταιγε και η ηλικία που δεν τον άφηνε να πάει μπροστά.

Μπροστά πια το μέλλον γνωστό, το τέλος κοντινό. «Ζήσαμε, μοχθήσαμε, αγαπήσαμε, ας μας αφήσουν τουλάχιστον να έχουμε έναν περήφανο θάνατο.»

Πήρε με την άκρη του ματιού του το Νικολό κι αμέσως δυσανασχέτησαν τα σωθικά του. Δεν είχε όρεξη για πολλές κουβέντες, πόσο μάλιστα με το Νικολό που μιλούσε διαρκώς και ποτέ δεν έλεγε τίποτα σημαντικό...

«Μπουγιουρντισμένο σε βρίσκω, Παναγή», έκανε ο Νικολός και γύρισε την καρέκλα προς το μέρος του. -«Δεν θα κοιμήθηκα καλά φαίνεται», είπε κοφτά ο Παναγής. «Θα πάρουν, λένε, κι άλλα μέτρα – πάλι δεν βγαίνει το πρόγραμμα», φώναξε δυνατά ο Νικολός λες και μιλούσε σε ολάκερο το καφενείο. «Μα και εμείς δεν βάζουμε μυαλό, όλο δανεικά γυρεύουμε, αλλά μια διορθωτική κίνηση δεν κάνουμε. Να συμμαζευτούμε λίγο, να μην τρώμε μόνο από τα έτοιμα.»

«Μα ξέρεις τι τιμή μας κάνουν ολόκληρα κοινοβούλια να ψηφίζουν για ν' ανοίξουν τα πορτοφόλια τους όλοι οι λαοί της Ευρώπης και να μας δανείσουν; Αυτή είναι η αλληλεγγύη των λαών που κάποιοι από μας δεν εκτιμούν.»

«Ίσως να γίνουν και εκλογές», συνέχισε ο Νικολός, «μπορεί έτσι να είναι καλύτερα. Ο άλλος που έρχεται, έχει δείξει δείγματα πως θα τηρήσει τα προγράμματα κατά γράμμα.»

-«Και που τα είδες, μωρέ, τα δείγματα;» έκανε περιπαικτικά ο Παναγής, «από τον ανεπάγγελτο; Ανεπρόκοποι είναι όλοι τους – από τις φάτσες τους κόβεις!» Άναψε τσιγάρο, όχι τόσο γιατί ήθελε τόσο να καπνίσει, αλλά γιατί δεν ήθελε να συνεχίσει.

-«Καλό θα είναι, Παναγή», πετάχτηκε ο Νικολός, «να μην τους τσουβαλιάζουμε όλους. Πολλοί είναι αυτοί που πρόσφεραν στην πατρίδα. Και ο συγκεκριμένος, μην ξεχνάς, προέρχεται από πολιτικό τζάκι κι όσο να 'ναι αυτό είναι ένα ατού.»

-«Ε άμε στο διάολο, ζαγάρι, που θα μας πεις και για τα τζάκια! Αυτά που ευθύνονται εν πολλοίς για το μαύρο το χάλι μας!» Τώρα είχε θυμώσει ο Παναγής. «Σε ακούω τόση ώρα δω χάμου και διαολίζομαι! Ραγιάς είσαι για ηλίθιος ή για ηλίθιους μας περνάς; Και τι τους πέρασες, μωρέ, τους Ευρωπαίους για κουτόφραγκους να μας δανείζουν έτσι χωρίς δικό τους όφελος; Ρίχνουν τους παράδες τους σε ένα πηγάδι δίχως πάτο – αυτό μας λες, μωρέ; Και γιατί ζήτησαν και εκποιήσαμε όλα τα χρυσαφικά μας;»

-«Μα...» έκανε να μιλήσει ο Νικολός, άλλα ο Παναγής είχε ήδη σηκωθεί όρθιος και τον κοιτούσε αγριεμένος.

-«Ξέρεις, ρε χαμένε, ποιο είναι το πρόβλημά μου με όλους αυτούς; Νομίζεις πως δεν τους κάνω κέφι, γιατί μου κόβουν τη σύνταξη; Φτωχικά, ρε, εμείς τη βγάλαμε την ζωή μας. Φτωχικά, αλλά και λεβέντικα. Πράγματα που δεν γνώρισαν αυτοί, πράγματα που δεν έχουν αυτοί.»

«Εμείς, ρε, μεγαλώσαμε και είχαμε λόγο, μπέσα και τιμή. Αυτούς που λιβάνισες πριν στα αυτιά μου τι έχουν από αυτά; Όταν λες, Νικολό, εγώ δεν υπογράφω, δεν υπογράφεις! Τελεία και παύλα! Που να μου κοπεί το χέρι, τους φωνάζεις και το εννοείς! Όχι φωνάζεις λίγο και μετά βάζεις και δυο και τρεις υπόγραφες.»

Έκανε να φύγει, κοντοστάθηκε και γυρίζοντας είπε στο Νικολό που τον άκουγε εμβρόντητος: «Αλλά δεν έχω κατάλαβε στ' αλήθεια, ρε Νικολό, ποιοι μου φταίνε πιο πολύ: εκείνοι πού φανήκαν ανάξιοι να κρατήσουν τις τύχες ενός ολόκληρου λαού ή εσείς που σας έτρεχαν τα σάλια, όταν σας έδιναν να γλείψετε λίγο από την κουτάλα τους;»

Παραμέρισε τις καρέκλες με δύναμη και χωρίς να γυρίσει πίσω, τράβηξε για την πόρτα. «Στο καλό, Παναγή», του φώναξε ο καφετζής, «ο καφές κερασμένος!» -«Θα τον πληρώσω αύριο», είπε ο Παναγής. «Εγώ πληρώνω τα χρέη που μου αναλογούν...»

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

"χαμένος στην ομίχλη"